No6. Τι να διαβάζετε

Τι να διαβάζετε

Aπό την ποικιλία έργων που περιλαμβάνονται
στη βιβλιοθήκη του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (ΨΝΑ) Δαφνί

From: babis_aut@dafni.net
To: autonome.antifa@yahoo.com

Γεια χαρά,

Σας τα είπα και την προηγούμενη φορά που μιλήσαμε: έπειτα που πλακωθήκαμε στις μπουνιές με τον αντιμνημονιακό μου συγκάτοικο, η διεύθυνση του ψυχιατρείου αποφάσισε να μου παραχωρήσει πρόσβαση στο διαδίκτυο. Στην αρχή εννόησα την υπόθεση αλά αριστερά: διεκδικεί η εργατική τάξη (δηλαδή δέρνομαι με το μαλάκα συγκάτοικο), οπότε το κεφάλαιο ικανοποιεί τα αιτήματά της (μου βάζουν ίντερνετ).

Μετά όμως άρχισα να χρησιμοποιώ το διαδίκτυο που τόσο ευγενώς μου παραχώρησε η διεύθυνση του Ψυχιατρείου. Και όπως θα έχετε καταλάβει και από τη δική σας εμπειρία, πολύ γρήγορα, το κεφάλι μου έγινε πιο σκατά κι από του αντιμνημονιακού συγκάτοικου. Ο κόπος που έχω κάνει για να μπορώ να φτύνω στη ζούλα τα υποχρεωτικά ψυχοφάρμακα πήγε στράφι, και έχασα δύο ημέρες κανονικής σκέψης.

Η εμπειρία, παρότι εξαιρετικά δυσάρεστη, είχε βέβαια και τα καλά της. Κυρίως γιατί για άλλη μια φορά επαληθεύθηκε η αντίληψη των αυτόνομων για την ιστορία: όταν η εργατική τάξη επιτίθεται, τα αφεντικά δεν «ικανοποιούν τα αιτήματά της» – αντεπιτίθενται με τη σειρά τους, με καινοτόμους, αφάνταστους τρόπους, που συνήθως κάπως έχουν να κάνουν με κάποιο είδος μηχανής. Και πάλι όμως, ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, στην πραγματικότητα, η καρδιά των αντεπιθέσεων των αφεντικών δεν είναι τεχνολογική, αλλά πολιτική. Θα το εξηγήσω περιγράφοντας για λίγο τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο αντεπιτέθηκε η Διεύθυνση του ΨΝΑ Δαφνί έπειτα από τους ευγενείς και επιτυχημένους αγώνες μου.

Όπως είπαμε, ο τρόπος ήταν ότι με έκλεισαν μεν στο δωμάτιο του τρελάδικου, ταυτόχρονα όμως με άφησαν να μπαίνω στο διαδίκτυο. Και όπως ίσως θα φαντάζεστε, εγώ, σαν καλός μαλάκας, αμέσως πήγα κι έπεσα μέσα στον κουβά με τα τουίτς και τα ποστς. Αναγνωρίζω βέβαια ότι η συμπεριφορά μου ήταν απαράδεκτη για αυτόνομο. Το χρήσιμο ωστόσο είναι να εντοπίσουμε και να περιγράψουμε την εσωτερική λογική που υπόκωφα τροφοδοτούσε την απαράδεκτη συμπεριφορά μου.

Δηλαδή: Είναι κάτι στιγμές που η κρατική εντολή βροντάει τόσο, που και οι κουφοί ξεκουφαίνονται. Αυτή η κρατική εντολή παρουσιάζεται σαν αρραγής συνεκτική αφήγηση. Η έξοδος από αυτή την αφήγηση έχει ένα δύσκολο προαπαιτούμενο: πρέπει κανείς να σκεφτεί out of the box, που λένε και στο μάνατζμεντ, δηλαδή να χρησιμοποιήσει διαφορετικές νοητικές κατηγορίες, και αν δεν έχει πρόχειρες τις κατάλληλες, να πάει να τις φτιάξει. Αυτό με τη σειρά του, ειδικά στις αρχές, είναι δαιμονικά δύσκολο και αφόρητα δυσάρεστο. Γιατί οι νοητικές κατηγορίες είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Με μια έννοια είναι ο κόσμος ο ίδιος. Η όλη εμπειρία είναι σαν να προσπαθείς να εγχειρήσεις τον ίδιο σου τον εγκέφαλο.

Είναι ακριβώς σε τούτη τη δύσκολη ώρα της αυτοεγχείρισης, που ο κουβάς με  τα σκατά των τεχνοσακατεμένων φαντάζει ακαταμάχητα δελεαστικός για βουτιές. Γιατί πρόκεται για το ακριβές αντίθετο της αφόρητης προσπάθειας που έχεις εμπρός σου. Όντως: εντός του κουβά, οι υπόλοιποι σακατεμένοι, αναπαράγουν τις τάχα ατομικές αλήθειες τους. Κι όμως, ενώ παρουσιάζονται σαν ατομικές, αυτές είναι όλες ίδιες. Είτε γιατί ακριβώς όπως και εσύ, τα ανθρωπάκια βαριούνται/φοβούνται/είναι ανίκανα να σκεφτούν έξω από το βόμβο των κρατικών εντολών. Είτε γιατί, όπως συμβαίνει όλο και περισσότερο, τα ανθρωπάκια πληρώνονται. Τελικά, επειδή –μην το ξεχνάμε- ετούτη είναι η ώρα που η κρατική εντολή βροντάει στο μέγιστο των ντεσιμπέλ, άρα τα λεφτά πολλαπλασιάζονται όπως και η βλακεία, αυτές οι τάχα ατομικές «αλήθειες» παύουν να διαθέτουν έστω την επίφαση της ατομικότητας – αυτό που βουίζει σαν κυψέλη είναι στην πραγματικότητα μία και μοναδική φωνή – η φωνή του κράτους. Για μια σχετική διαφωτιστική αναπαράσταση, κατάλληλη για τις ανάγκες της σύγχρονης νεολαίας, μπορείτε να δείτε το τέλος του Μάτριξ του 3 -ξέρετε εσείς, όχι ολόκληρο, στο youtube.[1]

Εν πάση περιπτώσει, είναι γι’ αυτό που ο κουβάς είναι τόσο ηδονικός, τόσο δελεαστικός και τελικά τόσο ακαταμάχητος: γιατί σε λυτρώνει από την υποχρέωση να ξεκινήσεις να σκέφτεσαι. Γιατί σου παρέχει έτοιμα θέματα, βασιλιάς των οποίων είναι το πιο άκοπο, δηλαδή το εξής ένα: «άκου τι μαλακία είπε ο μαλάκας». Ξέρουμε από πριν ότι ο μαλάκας είναι μαλάκας – άρα, αναβάλλουμε την αναγκαία επώδυνη αυτοεγχείριση, επιδιδόμενοι στην ατέρμονη επαλήθευση του εαυτού μας. Τόσο ηδονικά, τόσο άκοπα… και τόσο άγονα!

Ο κουβάς διοχετεύει τη σκέψη σε προεπιλεγμένα μονοπάτια, ενώ παρέχει την ψευδαίσθηση ανεξαρτησίας: τουλάχιστον μπορούμε ακόμη να βρίζουμε. Βρίζουμε, αλλά βρίζουμε κάτι που επιλέχθηκε έξω από εμάς. Βρίζουμε, αλλά το πεδίο των βρισιών μας είναι περιορισμένο μέχρι διανοητικού αυτοακρωτηριασμού, όπως κάθε απόκριση σε προκαθορισμένα ερεθίσματα. Βρίζουμε, όπως αναμφίβολα και το σκυλί του Παβλόφ έβριζε από μέσα του: αποκλειστικά το γαμημένο το κουδουνάκι και ουδέποτε τον Παβλόφ – όσο για την ερευνητική χρηματοδότηση του Παβλόφ, το σκυλί δεν μπορούσε καν να διανοηθεί πως υπήρχε τέτοιο πράγμα.[2]

Ο κουβάς με τις εκκρίσεις των τεχνοσακατεμένων είναι δηλαδή ένα είδος ζουρλομανδύα πιο επικίδυνο και πιο ύπουλο από αυτό που επιστράτευσε βραχυπρόθεσμα εναντίον μου η διεύθυνση του ΨΝΑ όταν πλακώθηκα με τον συγκάτοικο (διαθέτω και φωτό αλλά δεν τις στέλνω). Ζουρλομανδύας πιο ύπουλος και επικίνδυνος. Γιατί απευθύνεται στη σκέψη. Γιατί είναι ανεπαίσθητος. Γιατί είναι φτιαγμένος από οκνηρία και εθελούσιο νοητικό αυτοακρωτηριασμό.

Αφού λοιπόν τα σκέφτηκα αυτά, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ποτέ μα ποτέ να μην ξανακολυμπήσω στον κουβά με τις εκκρίσεις των τεχνοσακατεμένων. Όποτε με πιάνει ο πειρασμός, θα θυμάμαι τις παραινέσεις της καλής Καθημερινής, που προτείνει «online ξενάγηση στο Μουσείο Μπενάκη».[3] Ως παλιός αναγνώστης, εξοικειωμένος με τη σκέψη των συγκεκριμένων ανθρώπων, υποθέτω πως αυτή η παραίνεση σημαίνει πως  οι καθημεριναίοι ελπίζουν ότι αυτή τη στιγμή η εργατική τάξη έχει πλακωθεί στο τρίπτυχο τσόντες, φέισμπουκ και ΜΜΟ –φυσικά οι υπάλληλοι των εφοπλιστών γουστάρουν κάργα να σακατευόμαστε μόνοι μας και φροντίζουν να διατηρούν τη δυνατότητα της εκ των υστέρων νουθεσίας: «εμείς σας είπαμε να πάτε στο μουσείο Μπενάκη μέσω καλωδίου» – λες κι εκεί καίγεσαι λιγότερο.

Τεσπά. Όσο για την αυτοεγχείριση, ευτυχώς, βοηθειά μας, υπάρχουν και άλλοι, παλιότεροι και καλύτεροι από εμάς, που στο παρελθόν βρέθηκαν σε θέση παρόμοια με τη δική μας, να πρέπει δηλαδή να ανακαλύψουν νέες νοητικές κατηγορίες γιατί οι παλιές είχαν βγει εντελώς βίδες. Καθώς μάλιστα η βιβλιοθήκη του ΨΝΑ Δαφνί τυγχάνει εξαιρετικά ενημερωμένη λόγω αριστερόστροφων ψυχίατρων, μπορεί κανείς, ακόμη και εδώ, να περιηγηθεί στις προσπάθειες αυτών των Μεγάλων Παλαιών. Σε μελλοντικές επικοινωνίες θα σας δείξω ορισμένα χρήσιμα τεμάχια που ανέσυρα από τη βιβλιοθήκη του ΨΝΑ Δαφνί, αφού αξιώθηκα να αναδυθώ από τον κουβά με τα σκατά.

 

Ελπίζω να σας βρίσκω καλά,

αλλά δεν το πιστεύω,

Μπάμπης


[1] Για παράδειγμα, εδώ. https://www.youtube.com/watch?v=ao658SKkgX4. Μπορείτε να αρχίσετε την εξάσκηση προσπαθώντας να μην πατήσετε αυτό το link – είναι εντελώς ηλίθιο, ως είθισται με τα links, και δεν θα σας βοηθήσει να καταλάβετε ο,τιδήποτε σχετικό με την τωρινή σας κατάσταση. Άπαξ, από την άλλη, έχετε πραγματοποιήσει επιτυχημένα την αυτοεγχείριση, ακόμη και ετούτη εδώ η μαλακία ίσως αρχίσει να βγάζει κάποιο νόημα, αν και για το συγκεκριμένο μην περιμένετε θαύματα.

[2] Για το σκυλί του Παβλόφ δείτε εδώ https://www.simplypsychology.org/pavlov.html. Ετούτο το link (που επίσης δεν πρέπει να πατήσετε) είναι το δεύτερο στάδιο της εξάσκησης. Η ζωντανή εικονογράφηση ετούτου του link αποκτά μια σχέση με την τωρινή μας κατάσταση, μόνο μέσω του κειμένου που μόλις διαβάσατε. Δηλαδή έχετε φάει πειθάρχηση και για λίγο σκέφτεστε σαν εμένα. Ε, λάβετε υπ’ όψη ότι όποτε πατάτε κάποιο link πειθαρχείτε στο μαλάκα που έβαλε το link και όλοι μαζί στη μηχανή αέναων αποκρίσεων που κατασκευάζεται μέσω links και οι ειδικοί αποκαλούν hypertext (το υπερκείμενο). Τρομακτικό ε;

[3] https://www.kathimerini.gr/1069899/article/politismos/eikastika/stayhome-kai-3enagh8eite-online-stis-sylloges-toy-moyseioy-mpenakh. Αυτό είναι εύκολο να μην το πατήσετε – είμαι βέβαιος ότι όποιος διάβασε μέχρι εδώ αποκλείεται να θέλει να ξεναγηθεί ψηφιακά στο μουσείο Μπενάκη.